Λέσβος: Το νησί των ποιητών

Λέσβος: Το νησί των ποιητών

Το καταπράσινο νησί της Λέσβου αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τον Εφταλιώτη και τον Βενέζη, μάγεψε το λαϊκό ζωγράφο Θεόφιλο και το ατόφιο άρωμα του γλυκάνισου έλκυσε και συνεχίζει να ελκύει τους εραστές της χαλάρωσης που ψάχνουν τους αγνούς τρόπους της απόλαυσης.

 

Κείμενο: Β. Μωραΐτης

Φωτ.:www.jetskiworld

 

Χαράματα ξυπνάς από το δροσερό αεράκι, που πνέει στο κατάστρωμα, πίνοντας τον καραβίσιο ελληνικό καφέ, αγναντεύοντας τα ανατολικά παράλια του νησιού, καθώς το πλοίο της γραμμής διανύει  επτά μίλια μέχρι να φθάσει από τις νότιο ανατολικές ακτές του νησιού στο εξωτερικό, νέο Λιμάνι της Επτάλοφης. Ο λόγος γίνεται για την πρωτεύουσα του νησιού, τη Μυτιλήνη, που πλέον έχει ξεφύγει σε διαστάσεις, κι έχει μεταλλαχθεί σχεδόν, στο ήμισυ, η πολεοδομία της. Έχει δεχθεί την εισβολή του τσιμέντου, παρόλα αυτά έχει διατηρήσει σε μεγάλο ποσοστό τα παλιά της κτίσματα, τις γραφικές μονοκατοικίες και φυσικά τα μεγαλοπρεπέστατα αρχοντικά της που αποτελούν μοναδικό κόσμημα αυτής. Η κεντρική αγορά χωρίζεται σε δύο τμήματα, την νέα και την παλιά. Μια βόλτα στην τελευταία αξίζει όσο τίποτα άλλο, μιας και η ματιά σου θα περιπλανηθεί σε μία άλλη, σχεδόν ξεχασμένη εποχή. Μικρά μαγαζάκια, με αντίκες, κοπτικά εργαλεία, χειροποίητα παπούτσια, κοσμούν το τμήμα της παλιάς αγοράς, χωρίς να παραλείψεις φυσικά το Γενί Τζαμί. Ανάμεσά τους βρίσκονται, αυθεντικά, μικρά ταβερνάκια των ψαράδων, που συχνάζουν ακόμη σ’αυτά έπειτα από την πρωινή δουλειά, χαριτολογώντας με την συντροφιά ενός ψημένου, στα κάρβουνα, πλοκαμιού πίνοντας το αυθεντικό, καζανιασμένο –κατά την τοπική διάλεκτο- ουζάκι.

 

Κάθε χρόνο που φθάνω στο νησί, ανακαλύπτω νέους τρόπου για να κινηθώ πάνω σ’αυτό, μιας και είναι μεγάλο, το τρίτο κατά σειρά έπειτα από την Κρήτη και τη Εύβοια. Ωστόσο, οι δρόμοι του πλέον έχουν βελτιωθεί σε μεγάλο επίπεδο, ενώ οι ασφαλτοστρώσεις που διεξήχθησαν την τελευταία δεκαετία, σου επιτρέπουν να κόψεις δρόμο και να απολαύσεις νέες διαδρομές μέσα στην φυσική ομορφιά του νησιού. Στο δρόμο μου για το κόσμημα του νησιού, το Μόλυβο, πάντα σταματώ στην ορεινή Αγιάσο. Κι αυτό για να ανάψω ένα κερί στο ναό της Παναγίας, στο κέντρο του χωριού και να απολαύσω την ντόπια διάλεκτο των χωρικών, στην πανέμορφη, σκεπαστή από τις φυλλωσιές των δένδρων, πλατεία του χωριού. Ακόμα, κι οι ντόπιοι Μυτιληνιοί δύσκολα θα «πιάσουν» τα λεγόμενά τους. Φεύγοντας δεν θα παραλείψω να προμηθευτώ, χειροποίητο χαλβά και αυθεντικό τραχανά, σε μορφή «χάχλας», μιας και η νοστιμιά τους είναι μοναδική και για πολλοστή φορά θα χαζέψω τα αυθεντικά, χειροποίητα κεραμικά του Κουρτζή. Σύμφωνα με τους ντόπιους, η εκκλησία ήταν το πρώτο χτίσμα του χωριού. Στη συνέχεια χτίστηκαν τριγύρω της τα σπίτια.

 

Προς Νότο

Παίρνω το δρόμο προς Βασιλικά με στόχο να φθάσω στη μεγαλύτερη παραλία του νησιού, που απλώνεται στη νότια πλευρά του στα Βατερά. Το μήκος της φθάνει σχεδόν τα 11 χιλιόμετρα ωστόσο, αυτό που σε κερδίζει περισσότερο είναι η διαύγεια, των κρυστάλλινων νερών της. Η θερμοκρασία της ιδανική, δροσερή, κατάλληλη για να σου βγάλει την κάψα του καλοκαιρινού ήλιου που έχεις φάει, μέχρι να φθάσεις σ’αυτή. Συνωστισμό δεν θα συναντήσεις ποτέ σ’αυτή την παραλία κι αυτό λόγο των διαστάσεών της. Στις γραφικές ταβέρνες θα βρεις κάθε είδους ποικιλία. Οι πιο  ψαγμένοι θα πορευτούν προς τη δυτική πλευρά της παραλίας, και με λίγη υπομονή (λόγο του κακοτράχαλου χωματόδρομου), θα φθάσουν στο ακρωτήριο του Αγίου Φωκά για να απολαύσουν τον ψαρομεζέ τους στο παραθαλάσσιο ταβερνάκι έχοντας φόντο όλη της παραλία των Βατερών. Αληθινή ουτοπία, τα καταγάλανα νερά, η απόλυτη ησυχία, σε συνδυασμό με τις γαστρονομικές απολαύσεις. Οι μόνοι που θα διακόψουν την μαγεία του κάδρου είναι οι περαστικοί γλάροι και το ανάλαφρο, αδιάκοπο χτύπημα του μικρών κυμάτων στα βραχάκια της ταβέρνας.

 

Για Καλλονή

Στην επιστροφή, περνώ από τον Πολυχνήτο και τα Βασιλικά και βρεθώ στο μέσον της μεγάλης ευθείας, μέσα στο καταπράσινο δάσος των ψηλών πεύκων, για να κόψω αριστερά στο νέο ασφάλτινο, πρώτης τάξης, δρόμο για να κερδίσω χρόνο στο δρόμο μου προς το χωριό της καλύτερης σαρδέλας, την Καλλονή. Βγαίνοντας από το δάσος, πριν φθάσω στη διασταύρωση της Αχλαδερής, κάνω στάση, σχεδόν πάνω στη θάλασσα. Εκεί απλώνεται ένα μικρό, σχεδόν άπιαστο στο μάτι, ταβερνάκι. Μην παραλείψτε να κάντε στάση και να γευτείτε ότι περιλαμβάνει το πιάτο της ημέρας. Σημείο, από τα λίγα του νησιού, όπου απολαμβάνεις το σούρουπο και την απόλυτη γαλήνη του πανέμορφου, κόλπου της Καλλονής που απλώνεται στα πόδια σου, μιας και η θάλασσα παφλάζει στο μισό μέτρο μπροστά σου. Η παστή σαρδέλα δεν απουσιάζει από το μενού σου καθώς επίσης τα καλαμάρια ή οι σουπιές σε όποια μορφή κι αν έχουν μαγειρευτεί από τον «μάστορα».

 

Προς Μόλυβο και Πέτρα

Από την Καλλονή σε χωρίζουν μόλις 15χλμ. για να φθάσεις στην Πέτρα. Η ξακουστή εκκλησία της Παναγίας αποτελεί ίσως το βασικότερο στοιχείο που θα ελκύσει τη ματιά σου. Μια βόλτα σε στενά σοκάκια της αγοράς αρκεί για να βρεθείς σε άλλη εποχή. Η ξεχωριστή ομορφιά των πέτρινων σπιτιών με την κεραμοσκεπή και τα καλοδιατηρημένα, ξύλινα παντζούρια, με τους κισσούς να κοσμούν τμήμα του σπιτιού, σε κάνουν να βάλεις άμεσα στο περιθώριο της τεχνολογική δομή της μεγαλούπολης. Στην αμμουδερή παραλία μεθάς από το απέραντο γαλάζιο του Αιγαίου πελάγους που απλώνεται μπροστά σου καθώς ο ήλιος μεταβάλει διαρκώς το φόντο του ορίζοντα, παίζοντας με την φιγούρα από το κοντινό νησάκι. Οι ξένοι τουρίστες δεν διστάζουν να μεταβούν οδικός, μέχρι τον Μόλυβο, που αναμφισβήτητα αποτελεί το κόσμημα του νησιού.

 

Πολλοί ξένοι πιστεύουν ότι το χρώμα του μοιάζει έντονα με κάποια γραφικά χωριουδάκια της Ιταλίας, ωστόσο προσωπικά πιστεύω, ότι αποτελεί κάτι το μοναδικό. Ο Μόλυβος έχει χαρακτηριστεί διατηρητέος, κι αυτό έχει συντελέσει θετικά στο μην χαθούν οι αυθεντικές αρχιτεκτονικές τους ρίζες. Ντόπιοι και ξένοι ιδιοκτήτες, πολλών νέων κτισμάτων διαφύλαξαν με πείσμα την παραδοσιακή, αρχιτεκτονική μορφή του Μολύβου. Πολλά από τα αρχοντικά του χρονολογούνται  στο 18ο αιώνα όπως του Γιαννάκου και του Κράλλη. Μια βόλτα στην κεντρική, σκεπαστή από το κλίμα, αγορά του χωριού, βαδίζοντας πάνω στο πανέμορφο πλακόστρωτο, αξίζει τον κόπο καθώς η ματιά σου περιπλανιέται αδιάκοπα στα όμορφα κτίσματα και τα τμήματα που κάστρου που καταλήγουν ανάμεσά τους. Στο πέρασμά σου από τα πλακόστρωτα σοκάκια ακούς τις συζητήσεις των νοικοκυριών κι απολαμβάνεις τις μυρωδιές  από τα ζυμωτά κουλουράκια, την βανίλια και το μαχλέπι.  Γενικά, η ιστορία του κάστρου μετριέται με τις χιλιετίες, εφόσον, έχουν έρθει στο φως ευρήματα της Εποχής του Χαλκού. Αποτελεί πατρίδα του κιθαρωδού Αρίωνα, κι εδώ γεννήθηκε ο ποιητής Αργύρης Εφταλιώτης, κι έζησε ο λογοτέχνης Ηλίας Βενέζης. Ξεχωριστό του στολίδι του αποτελεί το πανέμορφο κάστρο που φαντάζει στην κορυφή του χωριού, και φιγουράρει σε κάθε card postal. Στο ειδυλλιακό λιμανάκι του καταφεύγω πάντα για το βραδινό μου γεύμα, στο Τραπέζι του Καπετάνιου, απολαμβάνοντας το εξαίσιο «σαγανάκι με μύδια» συντροφιά με το ντόπιο ούζο του νησιού, έχοντας σε πρώτο πλάνο ίσως ένα από ομορφότερα ηλιοβασιλέματα του Αιγαίου πελάγους. Ακόμη κι οι καλοθρεμμένες κεραμιδόγατες, οι «γατάρ’» όπως τις ονομάζουν οι ντόπιοι, έχουν συμφιλιωθεί πλήρως με τους επισκέπτες. Φινετσάτοι δέχονται τα χάδια τους έχοντας καρφωμένο στο μάτι τους μεζέδες τους τραπεζιού. Αν τους χάσεις από τα μάτια σου, να ξέρεις ότι κάτι λείπει από το πιάτο σου.  Οι εραστές των γλυκών, θα καταφύγουν ποδαράτοι στο διαχρονικό Μπαλκονάκι που προσφέρεται όχι μόνο για τα αγνά γλυκά και παγωτά του αλλά και τη μοναδική θέα του, μιας και βλέπεις «πιάτο» τον όρμο του χωριού και την απογευματινή περατζάδα. Οι λάτρες της νυχτερινής διασκέδασης θα αράξουν στο bar-club Γατελούζοι που έχει θρέψει γενιές ντόπιων και ξένων...

 

Δύσκολα ξεκολλάει κανείς από το Μόλυβο, κι αν το κάνεις κατευθύνεσαι προς το Σίγρι, μέσω της Άναξου και της Φίλιας παίρνοντας μία πρώτη γεύση από το ξερό, γεμάτο πέτρα, τοπίο της περιοχής. Το Σίγρι, με το ξακουστό απολιθωμένο δάσος του και το μουσείο φυσικής ιστορίας, και το τούρκικο κάστρο του, αποτελεί πόλο έλξης για τον κάθε επισκέπτη. Η γαλήνια ατμόσφαιρά του θυμίζει κοιμητήριο ενώ τα διάφανα, κρύα νερά της θάλασσάς του θα σ’αναζωογονήσουν από την κορφή μέχρι τα νύχια.

 

Ωστόσο, η Λέσβος δεν αποτελεί ένα νησί που θα το γυρίσεις μονομιάς. Τα 370χλμ. της ακτογραμμής του προδίδουν το μέγεθός του που το καθιστούν αρκετά δύσκολο στο να γυρίσεις μονομιάς πάνω στη σέλα ενός jet ski όσο καλός αναβάτης κι αν είσαι. Άλλωστε οι ομορφιές που θα συναντήσεις κανείς είναι πολλές και δεν αξίζει να τις χάσει. Αν είστε με παρέα και τυχόν δύο έως τρία σκάφη μαζί μην διστάστε να εξοπλιστείτε με σκηνές κι όλα τα σχετικά για να μπορείτε να διανυχτερεύστε στις μοναχικές, πανέμορφες κι ασφαλείς παραλίες του νησιού (σιγουρευτείτε για τα σημεία ανεφοδιασμού καυσίμου πριν...). Θέλει χρόνο και όρεξη μιας και οι αποστάσεις που διανύεις είναι σχετικά μεγάλες. Οι κρυφές του (του νησιού) πτυχές είναι πολλές και καταφέρνει να σε μαγέψει με στοιχεία που δεν συναντάς σε άλλα νησιά. Στην επόμενη επίσκεψή μας θα σας αποκαλύψουμε κάποια άλλα πανέμορφα μέρη της Λέσβου.

 

Χρήσιμες πληροφορίες

Λιμεναρχείο Μυτιλήνης: 22510-24115, 47888

Νοσοκομείο Μυτιλήνης: 22510-57700, 40503

Τουριστική αστυνομία: 22510-22776

 


Στον παρελθόν το Φανάρι ήταν απλά ο κόκκινος φάρος της εισόδου του λιμανιού.

Πλέον, αποτελεί μία από τις πιο γραφικές ψαροταβέρνες της Μυτιλήνης

Τμήμα του κάστρου που βλέπει στο παλιό λιμάνι της Μυτιλήνης.

Νοσταλγίες του παρελθόντος στην παλιά αγορά.

Η Παναγιά η Γλυκοφιλούσα στην Πέτρα.

Σήμα κατατεθέν αποτελεί το περίεργο δένδρο στους πρόποδες του βράχου της.

Η Παναγιά η Γλυκοφιλούσα by night.

Περπατώντας στην πανέμορφη Αγιάσο.

Η εικόνα της Παναγίας της Βρεφοκρατούσας, έργο του εαυγγελιστή Λουκά, πλασμένη από κερί και μαστίχα.

Τα ντόπια γνωμικά είναι γραμμένα στους τοίχους του χωριού, φυσικά στην τοπική διάλεκτο.

Η πανέμορφη Σκάλα Συκαμινιάς (Σκαμνιάς).

Τα ξύλινα σαχνισίνια κοσμούν τα παλιά σπίτια του νησιού.

Τμήμα από το τοιχίο του παλιού λιμανιού/κάστρου της Μυτιλήνης.

Απολιθωμένος κορμός δένδρου στο φημισμένο απολιθωμένο δάσος του Σιγρίου.